- λατομέω
- + V 2-2-2-2-0=8 Ex 21,33; Dt 6,11; 1 Chr 22,2; 2 Chr 26,10; Is 22,16to hew out of the rock [τι] Ex 21,33; to hew [τι] 1 Chr 22,2; neol.?Cf. DORIVAL 1994, 404(→ἐκλατομέω,,)
Lust (λαγνεία). 2014.
Lust (λαγνεία). 2014.
λατομήσω — λατομέω quarry aor subj act 1st sg λατομέω quarry fut ind act 1st sg λατομέω quarry aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
λατομήσῃ — λατομέω quarry aor subj mid 2nd sg λατομέω quarry aor subj act 3rd sg λατομέω quarry fut ind mid 2nd sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
λατομεῖ — λατομέω quarry pres ind mp 2nd sg (attic epic doric ionic) λατομέω quarry pres ind act 3rd sg (attic epic doric ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
λατομοῦσι — λατομέω quarry pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric) λατομέω quarry pres ind act 3rd pl (attic epic doric) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
λατομοῦσιν — λατομέω quarry pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric) λατομέω quarry pres ind act 3rd pl (attic epic doric) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
λατομούντων — λατομέω quarry pres part act masc/neut gen pl (attic epic doric) λατομέω quarry pres imperat act 3rd pl (attic epic doric) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
λατομήσατε — λατομέω quarry aor imperat act 2nd pl λατομέω quarry aor ind act 2nd pl (homeric ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
λατομῶ — λατομέω quarry pres subj act 1st sg (attic epic doric) λατομέω quarry pres ind act 1st sg (attic epic doric) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
λατόμιον — λατομέω quarry imperf ind act 3rd pl (doric) λατομέω quarry imperf ind act 1st sg (doric) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
λελατομημένον — λατομέω quarry perf part mp masc acc sg λατομέω quarry perf part mp neut nom/voc/acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
λελατομημένων — λατομέω quarry perf part mp fem gen pl λατομέω quarry perf part mp masc/neut gen pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)